Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

"Υπάρχει καιρός του λαλείν και καιρός του σιγάν ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΔΝΤ

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), χαρακτήρισε σήμερα "πολύ ισχυρά" τα νέα δημοσιονομικά μέτρα που παρουσίασε η κυβέρνηση της Αθήνας για την αντιμετώπιση της κρίσης του χρέους στην Ελλάδα. "Χαιρετίζουμε τα σημαντικά δημοσιονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν σήμερα από τις ελληνικές αρχές. Αποτελούν ένα σύνολο πολύ ισχυρών δημοσιονομικών μέτρων", αναφέρει η Κάρολιν Ατκινσον, εκπρόσωπος του Ταμείου, σε ανακοίνωση της που δόθηκε στη δημοσιότητα στην Ουάσινγκτον. "Η εφαρμογή αυτής της δέσμης μέτρων θα είναι μια κρίσιμη καμπή σε μια διαδικασία που θα διαρκέσει πολλά χρόνια", εκτιμά η κα. Ατκινσον, διευθύντρια εξωτερικών σχέσεων του διεθνούς Οργανισμού. Η ίδια πρόσθεσε ότι το ΔΝΤ είναι έτοιμο να προσφέρει "την τεχνογνωσία του" για να "βοηθήσει τις αρχές στην υλοποίηση των σχεδίων τους".
Ομως τα μετρα περικοπων επιδοματων,μισθου,συνταξεων και του περιοσμου των συλλογικων συμβασεων εργασιας ειναι αντιστνταγματικα και ερχονται σε αμεση αντιθεση με την ΕΣΔΑ,ΕΤΣΙ ΘΑ ΑΚΥΡΩΘΟΎΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ,ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΠΤΩΣΗ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΟΣ:  ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
Ι.-Το άρθρο 22 του συντάγματος αναφέρεται
1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
4. Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.
5.Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.
Ερμηνευτική δήλωση: Στους γενικούς όρους εργασίας περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τρόπου και του υπόχρεου είσπραξης και απόδοσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις της συνδρομής των μελών τους που προβλέπεται από τα καταστατικά τους.
ΙΙ.Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ:
1.Το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1 ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/Ί974 (ΦΕΚ Α 259), ορίζει τα εξής:«Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσιτο δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρυθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιονσυμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρου ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
2.Κατά την έννοια των προπαρατιθέμενων διατάξεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων (Ολ.ΣτΕ 542/1999, ΕΔΚΑ 1999 σελ. 337, Ολ. Α.Π. 40/1998,ΕΔΚΑ 1999 σελ. 138, Ολ.Ελ.Συν. 2274/1997, ΕΔΚΑ 1998 σελ. 323), οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης , στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσειςγια συντάξεις, αποτελούν περιουσιακό δικαίωμα που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές (βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου -ΕΔΔΑ, Απόφ. Της 16/9/1996, υπόθεση : Gaygusuz κατά Αυστρίας, ΕΔΚΑ 1997σελ. 11 επ., Απόφ. Της 20/6/2002, υπόθεση Αζίνας κατά Κυπριακής Δήμοκρατίας, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 896 επ., Ολ.ΕΣ 864/2002, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 845 επ.). Οι ως άνω παροχές υπόκεινται δε σε περιορισμούς μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι όμως πρέπει να βρίσκονται σε μία δίκαιη ισορροπία προς τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. τις ίδιες ως άνω αποφάσεις του ΕΔΔΑ και του ΕΣ, καθώς και Μητσόπουλου : Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων κατ' άρθρο 1 του 1ου ΠΠ της Σύμβασης της Ρώμης, του έτους 1987 σελ. 228 επ.). Για το σκοπό αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι συνέπειες που θα έχει για τον ασφαλισμένο και την οικογένεια του ο περιορισμός ή η στέρηση της συντάξεως του , σε περίπτωση μάλιστα που αυτοί δεν έχουν άλλο μέσο βιοπορισμού (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της υπόθεσης Αζίνας, ως άνω).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου ΠΠ της ΕΔΣΑ - που κατοχυρώνουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου - καλύπτονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένης κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για την καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 57, 59, 932 του ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις (βλ. και Ολ. Α.Π. 40/1998, ένθα ανωτέρω και την αναφερόμενη σ' αυτή πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ). Η στέρηση δε των ενοχικών δικαιωμάτων χωρεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό την προϋπόθεση της καταβολής αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 33/2002, ΕΔΚΑ 2003 σελ. 214).
Αξίζει,  να σημειωθεί ότι κατά τον έλεγχο της συμβατότητας της κρατικής επέμβασης με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου το ΕΔΑΔ δεν εξετάζει μόνο εάν το μέτρο είναι πρόσφορο, ικανό και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, αλλά και εάν τηρεί τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου. Η αρχή αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει το σύνολο της Συμβάσεως και διακηρύσσεται στο Προοίμιό της ως γενική αρχή της κοινής κληρονομιάς των συμβαλλομένων κρατών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, "ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της αρχής του κράτους δικαίου είναι η αρχή της ασφάλειας των εννόμων σχέσεων" (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, Brumarescu κατά Ρουμανίας, παραγρ. 61, της 15ης Ιουλίου 2003 Erdei και Wolf κατά Ρουμανίας, της 22ας Ιουλίου 2003 Dickman κατά Ρουμανίας και της 30ης Σεπτεμβρίου 2003, Todorescu κατά Ρουμανίας).Καλύπτονται ακομη ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς [πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Pressos Compania Naviera S.A. κ.ά. κατά Βελγίου (1995) Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας (1992) ΟλΑΠ 40/1998]. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 ΑΚ, «ο νόμος ορίζει για το μέλλον δεν έχει αναδρομική ισχύ». Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΟλΑΠ 1067/1979), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 4 και 7/90). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο...».


ΙΙΙ.-Το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ., προβλέποντας μετά την αναθεώρηση του 2001 ρητά την αρχή του "κοινωνικού κράτους δικαίου" ως θεμελιώδη αρχή της έννομης τάξης, εδραιώνει κατά τρόπο στέρεο την, ήδη συναγόμενη από πολλές επί μέρους συνταγματικές διατάξεις, αρχή του κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει οριζόντια όλη την έννομη τάξη (βλ. ήδη πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Β΄, 2η εκδ., 1993, σ. 147 επ., Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Ι, 1991, σ. 311 επ.). Από την ενλόγω αρχή συνάγεται σειρά επί μέρους αρχών και κανόνων που αποτελούν εκδήλωσή της και αποβλέπουν στην αποτελεσματικότερη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έκφανση του κράτους δικαίου είναι πρωτίστως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, υπό την έννοια αφενός της σταθερότητας και της προβλεψιμότητας των νομικών και πραγματικών καταστάσεων που έχουν νομίμως διαμορφωθεί και αφετέρου του αποκλεισμού των αιφνίδιων και απροσδόκητων μεταβολών τους (πρβλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Α΄, σ. 388, Επ. Σπηλιωτόπουλου, Η ασφάλεια δικαίου και η προστασία των περιουσιακών δημοσίων δικαιωμάτων στο ελληνικό δίκαιο, ΔτΑΤεΣ, Ι/2003, σ. 23-24, ΣτΕ 1508/2002). Η αρχή αυτή επιβάλλει προπάντων την εκ των προτέρων γνώση και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τη δυνατότητα προσδιορισμού των μεταβολών που πρόκειται να επέλθουν στις έννομες σχέσεις των προσώπων.

Εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής του κράτους δικαίου είναι επίσης και η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η οποία παρέχει προστασία στους πολίτες και εγγυάται ότι τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα που θεμελιώνονται στη νόμιμη δράση τους θα διατηρηθούν στο μέλλον και δεν θα μεταβληθούν από το νομοθέτη δυσμενώς, αιφνιδίως και βέβαια χωρίς τη συνδρομή αποχρώντος λόγου δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. Α. Μανιτάκη, Ανάκληση διοικητικής άδειας και αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 38 (1984), σ. 185 επ., Ευ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 49 (1995), σ. 1382 επ. και από τη νομολογία ΣτΕ 602/2003 και ΣτΕ 247/1980). Συναφής με αυτήν την αρχή είναι και ο κανόνας venire contra factum proprium, ο οποίος προσδίδει πιό απτό περιεχόμενο στην παραβίασή της.

Οι σχετικές ρυθμίσεις ΟΠΩΣ ΕΚΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΙ Ν/Σ  ενόψει του περιεχομένου και της επιδιωκόμενης λειτουργίας τους, αντίκεινται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης που απορρέουν από την αρχή του κράτους δικαίου, αφού ανατρέπουν δραστικά διαμορφωμένες ήδη έννομες σχέσεις. Πολύ δε περισσότερο, αφού οι ανωτέρω πραγματικές και νομικές καταστάσεις, στις οποίες εύλογα στήριξαν τις επιλογές τους τα πιστωτικά ιδρύματα, διαμορφώθηκαν με νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις, με τις οποίες υπήχθησαν σε καθεστώς εγγύησης οι σχετικές οφειλές των ιδιωτών.
Με αυτά τα δεδομένα, οι επίμαχες νομοθετικές προβλέψεις αντίκεινται και προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία μετά την αναθεώρηση του 2001 κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1 πρότ. 4 Συντ.). Το περιεχόμενό της προσδιορίζεται στη νομολογία των δικαστηρίων ως εξής: "Ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτόν σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση με αυτόν. Μια νομοθετική ρύθμιση προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όταν είναι κατά κοινή αντίληψη προφανές ότι ο επιβαλλόμενος με αυτήν περιορισμός είναι απρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού ή δεν είναι αναγκαίος, ως εκ του ότι υπερακοντίζει τον σκοπό τούτον, ή ευρίσκεται σε σχέση δυσαναλογίας μέσου και σκοπού" (Σ.τ.Ε. 2110/2003 και 1006/2002).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου